Archive for the ‘Ελλάδα-Λιμός -κατοχή -Γερμανία’ Category

Οἱ Βούλγαροι φασίστες στὴν Ἀνατολικὴ Μακεδονία καὶ Θράκη

28/10/2010
Οἱ Βούλγαροι φασίστες στὴν Ἀνατολικὴ Μακεδονία καὶ Θράκη
Οικογενειακή Φωτογραφία του 1925 της οικογένειας Θεοφάνη Δεδούση. Ο Δεδούσης Θεοφάνης επέζησε κατά την ομηρεία 1917-18, δε γλίτωσε όμως κατά την επόμενη βουλγαρική κατοχή (1941-44). Οι Βούλγαροι έκαψαν ζωντανή τη γυναίκα του μαζί με άλλα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του στο σπίτι του στην «Παλουπκάδα», ενώ τον ίδιο με τέσσερα από τα παιδιά του τον σκότωσαν, αφού τον βασάνισαν φρικτά (Μάρτιος 1944). (Νεοσουλιώτες Όμηροι Βουλγάρων 1917-18, Ανάτυπο από τον 15ο τόμο των «Σερραϊκών Χρονικών», Αναστ. Μπέγκος, Αθήνα 2004)

Τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ἔκλεισαν. Καθιερώθηκε ὡς ἐπίσημη γλώσσα ἡ βουλγαρική. Οἱ ὀνομασίες πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωριῶν, ὅπως καὶ οἱ ἐπιγραφὲς καταστημάτων καὶ δρόμων ἄλλαξαν. Τὰ ἑλληνικὰ βιβλία κατασχέθηκαν. Ἡ ἀνακάλυψη ἑλληνικοῦ ἐντύπου συνεπαγόταν τὴν ἐπιβολὴ σκληρῶν κυρώσεων.

Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1941 οἱ Βούλγαροι σχημάτισαν Τάγματα Ἐργασίας (τὰ ντουρντουβάκια): ἔστελναν Ἕλληνες στὸ ἐσωτερικό τῆς Βουλγαρίας σὲ καταναγκαστικὰ ἔργα, καὶ ἐφάρμοσαν τὴν πολιτικὴ ἐπιστράτευση ἀνδρῶν ἕως καὶ 60 ἐτῶν γιὰ ὑποχρεωτικὴ ἄμισθη ἐργασία.  
Ἀκολούθησε ἡ δήμευση τῶν περιουσιῶν τῶν Ἑλλήνων ποὺ δὲν ἔμεναν στο σπίτι τους, εἴτε διότι εἴχαν σταλεῖ ἐξορία εἴτε γιὰ ἄλλους λόγους, ὅπως ἐπίσης τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ποὺ θεωρήθηκαν πολεμικὴ λεία.
Ἡ Βουλγαρικὴ φασιστικὴ κυβέρνηση ἐπιχείρησε ὀργανωμένο ἀγροτικὸ ἐποικισμό. Τὸ 1942 ἄρχισε ἡ μαζικὴ ἐγκατάσταση χιλιάδων Βουλγάρων ἐποίκων. Ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἀφαιρέθηκαν τὰ μισὰ χωράφια, ζωοτροφὲς καὶ τὰ ἐργαλεῖα τους.

Σημειώθηκε πλῆθος παρεκτροπῶν σὲ βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ: ληστεῖες, κακοποιήσεις, βασανισμοί, δολοφονίες, συλλήψεις, βιασμοί, διαρπαγές, συστηματικὸς ὑποσιτισμός.
Ἡ πολιτικὴ διακρίσεων ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ ἀπαγορεύσει, τὸ 1943, τὴν πώληση σὲ Ἕλληνες βασικῶν προϊόντων διατροφῆς: γάλα, γιαοῦρτι, κρέας, ψάρι. 
Ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὴν ἔλλειψη φαρμάκων, ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς βρισκόταν σὲ ἰδιαίτερα κακὴ κατάσταση ὑγείας. Ἀλλὰ οἱ Βουλγαρικὲς Ἀρχὲς ἀπαγόρευσαν στὴν περιοχὴ ἀκόμη καὶ τὴν εἴσοδο κλιμακίου τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ.

Ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ Μητροπολίτης Καστορίας Νικηφόρος:

«…Τὰ μεγαλύτερα δεινὰ ἐπέπρωτο νὰ δοκιμάση ἡ ταλαίπωρος Πατρίς μας ἐν καιρῷ τῆς Κατοχῆς (1941-1944), διότι ἐπέπεσαν ἐπὶ τοῦ τραχήλου της ὅλοι οἱ ἐχθροί της, Ἰταλοί, Γερμανοί, Βούλγαροι κλπ, ἀπηνεῖς καὶ ἄγριοι, ὁ εἷς χειρότερος τοῦ ἄλλου. Εἶναι ἀνεκδιήγητα τὰ μαρτύρια, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἡ Πατρίς μας κατὰ τὴν τετραετῆ περίπου κατοχὴν καὶ ἀπειράριθμα τὰ ἀνθρώπινα θύματα, τὰ ὁποῖα ἔσχε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπὸ τὴν πρωτοφανῆ πεῖναν εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπέβαλον οἱ ἐχθροί, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπὸ τὰς ἀθρόας ἐκτελέσεις, βομβαρδισμοὺς κλπ. Μόνον ἡ ἰδική μας ἐδῶ πόλις (τῆς Καστοριᾶς) καὶ περιφέρεια αριθμεῖ ἐν ὅλῳ περὶ τὰ 600 θύματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων και 9 ἱερεῖς…»

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνὸς ὑψώνει τὸ ἀνάστημά του ἐνάντια στοὺς κατακτητὲς καὶ τὶς θηριωδίες τους:
«Εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὴν φορὰν αὐτὴν δὲν πρόκειται πλέον περὶ προσβολῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας…. Τοιοῦτον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ παρόντος, δὲν ὑπάρχει, δεδομένου, ὅτι, προσκαίρως, ἐξωντώθη ἐκεῖθεν σύμπας ὁ ὀρθόδοξος Ἑλληνικὸς Κλῆρος, οἱ Ἱεροὶ Ναοὶ παρεβιάσθησαν, ἡ ἑλληνικὴ φωνὴ ἐφιμώθη, γενικῶς δὲ οἱ μὲν Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας ἐπατάχθησαν, τὰ δὲ πνευματικὰ αὐτῆς τέκνα διεσκορπίσθησαν μακρὰν τῶν ἑστιῶν καὶ τῶν ἱερῶν αὐτῶν.

Σήμερον πρόκειται περὶ θέσεως εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ εὐρυτέρου πολιτικοῦ σχεδίου τοῦ πλήρους ἐκβουλγαρισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν ἐκείνων ἐπαρχιῶν… καὶ τοῦ σχεδίου τούτου ἡ ὁλοκλήρωσις ἐπιδιώκεται ἄνευ δισταγμῶν καὶ ἐν πάσῃ σπουδῇ, ἵνα τὸ σκοπούμενον ἀποτέλεσμα ἐπέλθη, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐκ τοῦ πολέμου προκυψάσης ἀνωμαλίας καὶ συγχύσεως, ἐπὶ τῷ τέλει δημιουργίας “τετελεσμένου γεγονότος».

Μυριόβιβλος

πηγή φωτογραφίας: gym-n-souliou.ser.sch.gr

Η ανατίναξη του κτιρίου της ΕΣΠΟ. (20 Σεπτεμβρίου)

24/09/2010

Μία από τις κορυφαίες αντιστασιακές πράξεις κατά των Γερμανών κατακτητών και των Ελλήνων συνεργατών τους ήταν η πολύνεκρη ανατίναξη του κτιρίου της ναζιστικής «Εθνικής Σοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης» (ΕΣΠΟ) στη γωνία των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος. Το εγχείρημα έφερε σε πέρας στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 μια ομάδα αποφασισμένων ανδρών και γυναικών της αντιστασιακής οργάνωσης «Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων» (ΠΕΑΝ). Την εποχή εκείνη η ΕΣΠΟ, με αρχηγό τον γιατρό Σπύρο Στεροδήμο, προκαλούσε τους υπόδουλους Έλληνες, επειδή προσπαθούσε να στρατολογήσει νέους για να συγκροτήσουν την «Ελληνική Λεγεώνα», που θα πολεμούσε στο πλευρό της Βέρμαχτ στο ανατολικό μέτωπο. Η ΠΕΑΝ ήταν μια μικρή αντιστασιακή οργάνωση με αρχηγό τον δημοκρατικό αξιωματικό της Αεροπορίας Κώστα Περρίκο, που είχε αποταχθεί από τη δικτατορία Μεταξά.
Πολλά από τα μέλη της οργάνωσης συμπαθούσαν πολιτικά τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και βρίσκονταν σε ανοιχτή γραμμή μαζί του. Ιδεολογικά κινούνταν μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας. Η ΠΕΑΝ προέτρεπε τους Έλληνες σε αντίσταση με κάθε μέσο, προκειμένου να ενισχυθεί η μεταπολεμική θέση της χώρας και οι εθνικές διεκδικήσεις και καλούσε σε ενότητα όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ήταν δημοφιλής στη μορφωμένη νεολαία των αστικών κέντρων, αλλά οι σχέσεις της με το ΕΑΜ ήταν ψυχρές.
Το χτύπημα εναντίον της ΕΣΠΟ προετοιμάστηκε προσεκτικά και αποφασίστηκε να γίνει το πρωί της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου. Στην επιχείρηση πήραν μέρος τέσσερα άτομα: Ο Περρίκος, ο τεχνικός
τηλεπικοινωνιών Αντώνης Μυτιληναίος, ο φοιτητής Νομικής Σπύρος Γαλάτης και η δασκάλα Ιουλία Μπίμπα. Η βόμβα συναρμολογήθηκε στο σπίτι της Μπίμπα και μεταφέρθηκε από την ίδια και τον Μυτιληναίο με μεγάλη προσοχή έξω από τα γραφεία της ΕΣΠΟ.
Κώστας Περρίκος

Ο Μυτιληναίος και ο Γαλάτης εισχώρησαν στο κτίριο από μια αφύλαχτη πόρτα της οδού Γλάδστωνος και τοποθέτησαν τη βόμβα σ’ ένα άδειο γραφείο στον ημιώροφο. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν τα γραφεία της ΕΣΠΟ και στους υπόλοιπους γερμανικές υπηρεσίες. Ο Γαλάτης άναψε το φιτίλι και αμέσως μαζί με τον Μυτιληναίο απομακρύνθηκαν. Ο Περρίκος και η Μπίμπα παρακολουθούσαν την επιχείρηση από κοντινό ζαχαροπλαστείο, έτοιμοι για κάθε βοήθεια. Ήταν ακριβώς 12:03 το μεσημέρι, όταν ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη και πυκνός μαύρος καπνός σκέπασε την Πατησίων. Επικράτησε μεγάλη σύγχυση και πανικός, ώστε οι Γερμανοί σήμαναν συναγερμό, νομίζοντας ότι επρόκειτο για αεροπορική επιδρομή. Το εσωτερικό του κτιρίου κατέρρευσε και πήρε φωτιά. Η πυροσβεστική ξέθαβε νεκρούς από τα ερείπια: 29 μέλη της ΕΣΠΟ και 48 Γερμανοί αξιωματικοί έχασαν τη ζωή τους. Ο αρχηγός της ΕΣΠΟ Σπύρος Στεροδήμος ανασύρθηκε βαρύτατα τραυματισμένος και εξέπνευσε λίγες μέρες αργότερα. Η ναζιστική οργάνωση, μετά το πλήγμα, διαλύθηκε.
Σχεδόν αμέσως, η Γκεστάπο εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των δραστών της βομβιστικής επίθεσης. Χρειάστηκαν τη συνδρομή ενός προδότη υπαξιωματικού της Χωροφυλακής, του Πολύκαρπου Νταλιάνη, για να εξαρθρώσουν στις 11 Νοεμβρίου 1942 τον επιχειρησιακό πυρήνα της ΠΕΑΝ. Περρίκος, Μπίμπα, Μυτιληναίος και Γαλάτης συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στα ανακριτικά γραφεία της Γκεστάπο στον Πειραιά. Παρότι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, δεν λύγισαν και δεν μίλησαν. Μάλιστα, ο Αντώνης Μυτιληναίος κατόρθωσε να δραπετεύσει και να διαφύγει στη Μέση Ανατολή.
Τα υπόλοιπα τρία μέλη της οργάνωσης πέρασαν από γερμανικό στρατοδικείο και καταδικάσθηκαν στην εσχάτη των ποινών. Ο αρχηγός της ΠΕΑΝ Κώστας Περρίκος τρις εις θάνατον και 15 χρόνια δεσμά και η δασκάλα Ιουλία Μπίμπα δις εις θάνατον και 15 χρόνια δεσμά. Ο Γαλάτης καταδικάσθηκε σε θάνατο και 5 χρόνια δεσμά, αλλά τελικά του δόθηκε χάρη, αφού η οικογένειά του πλήρωσε 1.000 λίρες και μεταφέρθηκε σε φυλακές στη Γερμανία. Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, ο 37χρονος υποσμηναγός Κώστας Περρίκος εκτελέστηκε στην Καισαριανή, παρά τις μεγάλες προσπάθειες του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία και καρατομήθηκε δια πελέκεως. Ο προδότης Νταλιάνης σκοτώθηκε αργότερα από αντιστασιακούς.
Η είδηση της ανατίναξης του κτιρίου της ΕΣΠΟ πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Ελλάδας. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί Λονδίνου και Μόσχας μίλησαν με ενθουσιασμό για το εγχείρημα, χαρακτηρίζοντάς το ως το μεγαλύτερο σαμποτάζ στην τότε κατεχόμενη Ευρώπη. Το ΕΑΜ, είτε από επίξειξη μικρότητας είτε από κακή εκτίμηση, καταδίκασε το εγχείρημα κάνοντας λόγο για «επικίνδυνη και πρόωρη ατομική τρομοκρατία» και το χαρακτήρισε «προβοκάτσια», ενώ εκτίμησε ότι ο Περρίκος ήταν άνθρωπος της Γκεστάπο και ότι σύντομα επρόκειτο να αφεθεί ελεύθερος.

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
  • Αντώνης Μυτιληναίος: «Μαρτύρων Πορεία» (εκδόσεις. «Επικαιρότητα»)
  • Π.Μ. Μιχαηλίδης: «Αγαθουπόλεως 7» (εκδόσεις «Καστανιώτης») 

πηγή sansimera.gr
το είδαμε Ρωμαίϊκο οδοιπορικό

Δίστομο. Η τραγική επέτειος μιας θυσίας (10 Ιουνίου) Με ποιούς είμαστε μαζί στην Ευρώπη!!

10/06/2010

Την 10ην Ιουνίου πρόκειται να τελεσθή το ετήσιον μνημόσυνον των 204 σφαγιασθέντων υπό των Γερμανών κατοίκων του Διστόμου.
Η ανατριχιαστική αυτή τραγωδία της σφαγής ανηλίκων παιδιών και γυναικών από τα «ρομπότ» του Τρίτου Ράιχ, είναι μία από τις πιο δραματικές θυσίες αίματος της Ελλάδος εις τον αγώνα διά την ελευθερίαν της. Το Δίστομον θα πρέπει να παραμείνη ως ένα μεγάλο αψευδές «Κατηγορώ» της γερμανικής θηριωδίας, η οποία άφησεν ανεξίτηλα τα ίχνη της εις τας πόλεις και την ύπαιθρον της Ελλάδος. Εις τα Καλάβρυτα εσφάγησαν οι άρρενες κάτοικοι από 16 ετών και άνω. Εις το Δίστομον όμως οι Γερμανοί δεν εσεβάσθησαν την ζωήν των γυναικών, των ανηλίκων παιδιών και των νηπίων ακόμη. Κατέσφαξαν τον άμαχον πληθυσμόν με αγριότητα τεράτων.
Την τρομεράν αυτήν εγκληματικήν ιστορίαν μάς την αφηγήθησαν οι εκ Διστόμου κ.κ. Λιάσκος, Μπούρας και Ι.Γ. Παπαϊωάννου. Από τας αφηγήσεις των και από τας επισήμους ανακοινώσεις που εγένοντο σχετικώς προς την Κυβέρνησιν και τον πρόεδρον του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, η ομαδική αυτή σφαγή να πώς έγινε:  Το πρωί της 11ης Ιουνίου 1944 έφθασεν εις την κωμόπολιν Διστόμου ομάς εξ 20 Γερμανών μετημφιεσμένων με ελληνικά ενδύματα. Η ομάς αυτή ηκολουθείτο μακρόθεν υπό φάλαγγος τακτικού γερμανικού στρατού. Η ομάς αυτή των Γερμανών οδεύουσα την οδόν Λεβαδείας – Διστόμου, συνέλαβε 17 κατοίκους του Διστόμου, οι οποίοι ειργάζοντο εις τους αγρούς τους οποίους και ενέκλεισεν εις το Δημοτικόν

thumb

Σχολείον της κωμοπόλεως.
Οι χωρικοί δεν υπωπτεύθησαν καθόλου ότι ήτο δυνατόν να επακολουθήση το ανατριχιαστικόν δράμα που εξετυλίχθη αργότερον. Άλλωστε υπό των Γερμανών εδηλώθη, ότι οι συλληφθέντες θα αφίνοντο ελεύθεροι μετά τον έλεγχον της ταυτότητάς των.
Οι Γερμανοί στρατιώται αφού παρέμειναν ολίγον εις την κωμόπολιν, ανεχώρησαν ακολουθούντες την οδόν Διστόμου – Στειρίου, αφού άφησαν εις το Δίστομον μερικά τεθωρακισμένα αυτοκίνητα.
Οι κάτοικοι δεν μπορούσαν πλέον και αν ήθελαν να εγκαταλείψουν το χωριό, διότι είχον τεθή γερμανικές σκοπιές εις τα γύρω υψώματα και ησχολούντο με τας εργασίας των μάλλον ήσυχοι ύστερα από την στάσιν των εχθρών. Ελάχιστοι ήσαν εκείνοι που απετόλμησαν με κίνδυνον της ζωής των να διαφύγουν προς το βουνόν.
Κατά την πορείαν του όμως ο γερμανικός στρατός, εις την θέσιν «Καταβόθρα», δέχεται επίθεσιν των κομμουνιστών ανταρτών. Καλούνται εσπευσμένως τα αυτοκίνητα που έμειναν εις το Δίστομον και άλλα πέντε καταφθάνουν από την Λειβαδιά. Η μάχη βαστά 2 ώρες. Οι κομμουνισταί τέλος αποσύρονται προς τα κρησφύγετά των, χωρίς απωλείας. Η φθορά των Γερμανών είνε 6-8 νεκροί και τραυματίαι και 2 αυτοκίνητα κατεστραμμένα. Οι Γερμανοί παίρνουν τ’ αυτοκίνητά των, βάζουν φωτιά εις αυτά που αχρηστεύθησαν και επιστρέφουν εις την κωμόπολιν μεταφέροντες τους τραυματίες των.
Ένας Γερμανός αξιωματικός βαρειά πληγωμένος που ξεψυχά εις ένα σπίτι του Διστόμου, με χειρονομίες, γιατί έχει καταληφθή από τον επιθανάτιον ρόγχον, με διακεκομμένα λόγια, δίνει τότε εις τους άνδρας του την διαταγήν της καταστροφής.
Ιδού πώς εξιστορεί αυτήν την τραγωδίαν ο κ. Ι. Παπαϊωάννου, αυτόπτης μάρτυς, που διεσώθη ως εκ θαύματος:
Τα αυτοκίνητα των Γερμανών σφύριζαν δαιμονισμένα. Τα υψώματα πιάνονται αμέσως. Οι πολυβοληταί κι οι άλλοι εγκληματίαι ετοιμάζουν τα όπλα των. Ένα δεύτερο λεπτόν αργότερον ακούγεται ο ξηρός κρότος των πολυβόλων. Όσοι ευρίσκοντο εις τους αγρούς, όσοι ευρέθησαν έξω από το χωριό, σκοτώνονται δίχως έλεος.
Άλλοι Γερμανοί έχουν σκορπισθή εις το Δίστομον. Τοποθετούνται εις την σκάλα του σχολειού οι φυλακισθέντες 17 κάτοικοι που είχον συλληφθή και εκτελούνται. Ακολουθεί η εκτέλεσις αμέσως άλλων συλληφθέντων. Ενώ από τα υψώματα πολυβολούνται συνεχώς τα σπίτια του Διστόμου.
Οι κάτοικοι κλείνονται εις τα σπίτια των, σέρνονται εις τις γωνιές των δωματίων. Ο τρόμος, οι φωνές της απελπισίας, τα κλάμματα είνε απερίγραπτα. Οι βάρβαροι δεν συγκινούνται. Ζητούσαν εκδίκησιν. Απ’ αυτούς 300 ξεχύνονται εις τις γειτονιές του χωριού. Ανά 3-4 ανεβαίνουν με θόρυβο τις σκάλες και μπαίνουν εις τα σπίτια. Γεμίζουν κι αδειάζουν τα όπλα τους επάνω εις τους γέρους, εις τις γριές, εις τις μανάδες, εις τα μικρά παιδιά που οδύρονται από τον τρόμον. Γυναίκες με ξεπλεγμένα μαλλιά τρέχουν έξαλλες διά να σωθούν εις τους δρόμους. Δεκάδες… δεκάδες όμως οι σφαίρες τις ευρίσκουν και τις ξαπλώνουν κατά γης νεκρές.
Εις την κάτω πλατείαν του χωριού έχουν μαζευθή 40 γυναίκες που καλούν βοήθεια με σπαρακτικές κραυγές. Θερίζονται μ’ ένα πολυβόλο χωρίς κανένα έλεος.
Οι Γερμανοί σέρνουν τις νέες από τα μαλλιά… χορταίνουν την πείνα του κτήνους και κατόπιν τις εκτελούν.
Ένα κοριτσάκι 6 χρονών τρέχει έρημο κλαίγοντας εις τον δρόμον. Ένας Γερμανός τ’ αρπάζει εις τα χέρια του. Του ανοίγει την κοιλιά με την ξιφολόγχη και του περνά τα έντερα εις τον λαιμό. Έπειτα κάθεται και το παρακολουθεί με γέλια ως την ώρα που πεθαίνει από τους φρικτούς πόνους του μαρτυρίου του.
Εις το σπίτι του παπά του Διστόμου έχουν μαζευτή για να βρουν άσυλον πολλά γυναικόπαιδα. Έχουν συγκεντρωθή εις την αυλή και γονατισμένα προσεύχονται. Ένας Γερμανός βαθμοφόρος μπαίνει εις την αυλή μαζί με μερικούς στρατιώτες και κλείνει πίσω του καλά την πόρτα. Πλησιάζει τον παπά και του μιλάει αφρίζοντας από λύσσα. Ο παπάς τίποτε δεν καταλαβαίνει. Έχει αντιληφθή όμως ότι πλησίασε η στιγμή. Κάνει το σημείο του σταυρού και αρχίζει να προσεύχεται. Οι Γερμανοί στήνουν τα πολυβόλα και σκοτώνουν τις γυναίκες, τους γέρους, τα παιδιά. Με τα πιστόλια κατόπιν πλησιάζουν τον αιμόφυρτον σωρόν, αναζητούν τα μωρά παιδιά και τους θρυμματίζουν τα κρανία!
Εις άλλον δρόμον του χωριού γίνεται μια άλλη τραγική σκηνή. Ένας Γερμανός έχει τοποθετήσει εις ένα τοίχον μια ολόκληρη οικογένειαν. Πατέρα, γιους, παιδιά. Πέντε ανήλικα παιδιά. Ο γέρος παρακαλεί να τον σκοτώσουν και ν’ αφήσουν τα εγγόνια του. Μα ο Γερμανός δεν ακούει. Τότε ο γέρος ορμά κι αρπάζει τ’ όπλο του Γερμανού. Κυλιέται μαζί του εις το χώμα, παλεύει μέχρις ότου ο δήμιός του τον ξεσκίσει. Η πάλη διαρκεί λίγα λεπτά. Ωστόσο οι άλλοι προφταίνουν να φύγουν. Και τα μικρά παιδιά κατορθώνουν να διασωθούν μέσα εις ένα βαρέλι εις το υπόγειον ενός σπιτιού.
Εις άλλο σπίτι οι Γερμανοί καίνε ζωντανές μερικές γυναίκες.
Όλο το χωριό, έχει πυρποληθή. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι πτώματα. Αργά την νύκτα δίδεται η διαταγή να διακοπή η σφαγή. Ηχούν και πάλι οι σειρήνες των αυτοκινήτων. Οι Γερμανοί φεύγουν από το χωριό, αφήνοντας πίσω τους τον όλεθρο και την καταστροφήν.
Αργά την άλλην ημέρα βγήκαν από τις κρύπτες τους τα παιδιά που είχαν διασωθή. Σέρνονται αμίλητα εις τους ματωμένους δρόμους του χωριού, ψάχνουν ανάμεσα εις τους σωρούς των πτωμάτων και αναζητούν τους γονείς των.
Και δεν υπήρχε πιο τραγική εικόνα από το να βλέπη κανείς παιδιά 10 χρονών να τυλίγουν τους γονείς ή τ’ αδέλφια τους εις ένα σεντόνι και να τους μεταφέρουν να τους θάψουν εις το νεκροταφείον του μαρτυρικού Διστόμου.
Εκ των 204 σφαγιασθέντων 43 είναι παιδιά κάτω των 9 ετών, πολλά δε εξ αυτών μωρά ολίγων μηνών!
Εις τα ερείπια της κωμοπόλεως ανευρέθησαν κατόπιν 134 μικράς ηλικίας παιδιά, τα οποία απεστάλησαν εις το Άσυλον «Αετοφωληά» της Κηφισιάς όπου και τους παρέχεται κάθε περίθαλψις.

(Εφ. ΕΜΠΡΟΣ, 3/6/1945)
Ι.Γ. ΜΑΝΩΛΙΚΑΚΗΣ

Η τραγωδία του Διστόμου
Δίστομο, 10-6-44!
Εκεί ξέσπασε η Γερμανική λύσσα
Έσφαξαν γυναίκες, έσπασαν με τις μπότες τους τα κεφάλια μωρών παιδιών,

εβίασαν κορίτσια…

Τίποτα δεν προμηνούσε εκείνο το πρωϊνό της 10ης Ιουνίου 1944 τη μεγάλη συμφορά που θα πλάκωνε στο Δίστομο. Απαλό το βοριαδάκι χάϊδευε τα χρυσά στάχυα. Χαλούσαν τον κόσμο τα χελιδόνια σκίζοντας έναν λαμπρότατο καλοκαιρινό ουρανό. Και στις καλαμιές τ’ αηδόνια σφύριζαν το τρελλό τραγούδι τους. Από την αυγή απλώθηκαν στον κάμπο οι ξωμάχοι. Κάναν τον σταυρό τους, καλημερίστηκαν και πήραν καθένας τον δρόμο του. Θέρος. Πλούσια η σοδειά φέτος. Μα θέλει ακόμη πολύν ιδρώτα για να καρπίσουν οι κόποι του χωριάτη. Πέρα στα χέρσα και στις ριζοβουνιές αχολογούν τα κυπροκούδουνα. Μια ημέρα σαν όλες τις άλλες, μονότονη μέσα στην ειδυλιακή της απλότητα για τους Διστομιώτες που κοιτάζουν πιότερο τις δουλειές τους παρά τέτοιες αισθηματολογίες.
Τα γερμανικά αυτοκίνητα – μια απέραντη φάλαγγα από 75 φορτηγά και θωρακισμένα γεμάτα στρατό που φάνηκαν νάρχονται από το δρόμο της Λειβαδιάς κατά το Δίστομο, δεν τους παραξένεψαν και τόσο πολύ. Φιλήσυχοι άνθρωποι, οι Διστομιώτες είχαν αποφύγει, στην πλειοψηφία τους, ως τότε να δώσουν αφορμές δυσαρέσκειας στον κατακτητή. Σφίχτηκε βέβαια η καρδιά τους καθώς είδαν τόσο στρατό να κοντεύει, μη έχοντας όμως ξεχωριστούς λόγους να φοβούνται για τους εαυτούς των και το χωριό των ξαναρίχτηκαν μοιρολατρικά στη δουλειά τους, μουρμουρίζοντας στενοχωρημένοι.
Ποιος θα πληρώσει πάλι σήμερα;
Άτιμη σκλαβιά…
Αυτή η μοιρολατρική διάθεση βρήκε τους Διστομιώτες, που δεν υποπτεύονταν τα σχέδια και τους σκοπούς των Γερμανών. Γιατί οι Γερμανοί δεν έρχονταν στην τύχη. Είχαν πληροφορίες πως ανάμεσα στο δρόμο Λειβαδιάς – Αράχωβας άρχισαν να δρουν σε μορφή αργανωμένη πια ανταρτικές ομάδες. Θέλαν λοιπόν οι Γερμανοί να τρομοκρατήσουν σε τέτοιο σημείο τους χωριάτες της περιοχής, ώστε να πάψουν να ενισχύουν τους αντάρτες και να τραβήξουν τους τελευταίους σε ανοιχτή μάχη για να τους διαλύσουν. Σχέδιο αρκετά στρατηγικό που απέδωσε όμως, όπως όλα τα γερμανικά σχέδια, αντίθετα αποτελέσματα. Επί κεφαλής της φάλαγγας ήσαν δύο αυτοκίνητα ελληνικά, επιταγμένα από τη Λειβαδιά, γεμάτα στρατιώτες των Ες Ες ντυμένους με πολιτικά. Είχαν κρύψει τα όπλα τους και αυτοί θα πρωτοχτυπούσαν τους αντάρτες όταν ανύποπτοι θα πλησίαζαν τ’ αυτοκίνητα.
Την τρομοκρατία την εξαπέλυσαν ευθύς μόλις βγήκαν από τη Λειβαδιά. Σκορπούσαν τον θάνατο σ’ ό,τι ζωντανό συναντούσαν στο δρόμο τους. Άρχισαν από τα ζώα και κατέληξαν στους ανθρώπους. Όσους δεν μπορούσαν να πιάσουν τους σκότωναν.
Η σφαγή του Διστόμου αναστάτωσε τον ελληνικό λαό. Ο Τύπος της αντιστάσεως σε πολλές στήλες καυτηρίασε την γερμανικήν εγκληματικότητα. Οι ίδιοι οι Γερμανοί προσπάθησαν να θολώσουν την εντύπωση ρίχνοντας τάχα την ευθύνη στους αντάρτες. Μα κανέναν δεν έπεισαν. Τα συμμαχικά ραδιόφωνα σε πολλές εκπομπές τους μίλησαν για τις τρομακτικές σε βαρβαρότητα πράξεις του γερμανικού στρατού. Και στην Αμερική συνεστήθηκε επιτροπή με την προεδρία της κ. Ρούσβελτ που μετονώμασε μια αμερικανική πόλη από Βερολίνο σε Δίστομο.
Τώρα στο Δίστομο απλώνεται η γαλήνη της ειρήνης. Ο ήλιος χρυσώνει τα ψηλά στάχυα. Τα χελιδόνια σκίζουν, σφυρίζοντας στον ουρανό. Και μια φλογέρα από τις ριζοβουνιές λέει το μονότονο τραγούδι του βοσκού. Μα το Δίστομο δεν ξαναβρήκε την πρωτινή του ζωή. Κατάκλειστα σπίτια, απορφανεμένα από τους νοικοκυραίους των, περιμένουν τον μακρυνό συγγενή να τα ανοίξη. Στις αυλές, στους κήπους και στους δρόμους, εκατοντάδες ξύλινοι σταυροί με μικρές φωτογραφίες. Με τα φτωχικά καντηλάκια τους, δείχνουν το μικρό κομματάκι της αγαπημένης γης που πρόχειρα ενταφιάστηκε ο αδικοσκοτωμένος. Πιάνεται η ψυχή σου να περάσης τους δρόμους του Διστόμου.
Αύριο είναι η επέτειος της ανελέητης σφαγής. Ευλαβικά όσοι απόμειναν από τους κατοίκους διοργάνωσαν ένα σεμνό μνημόσυνο στα θύματα της γερμανικής θηριωδίας. Είναι και το Δίστομο ένα από τα πολλά θυσιαστήρια που έχει να επιδείξη η Ελλάδα. Τη μέρα αυτή οι Διστομιώτες καλούν όλους τους έλληνες να ενώσουν τα δάκρυά τους μπροστά στους τάφους εκείνων που πέσανε. Λίγοι βέβαια θα μπορέσουν να πάνε. Μα η Ελληνική Κυβέρνησις, εκπρόσωπος του Έθνους, ευτυχώς δεν θα λείψη. Θα καταθέση διά του υπουργού των Εσωτερικών ένα στεφάνι. Το ίδιο κάνει μ’ αυτές τις γραμμές και ο «Ασύρματος».
[Εν συνεχεία περιγράφονται τα γεγονότα της σφαγής, με βάση το βιβλίο του Τ. Λάππα]
(Εφ. ΑΣΥΡΜΑΤΟΣ, 9/6/1945)
ΑΝΤ. ΛΙΑΣΚΟΣ, Διστομιώτης

Αιώνια κατάρα

Παραδίδουμε στην πολιτισμένη ανθρωπότητα την τραγωδία μας ως ιερή παρακαταθήκη. Το αθώο αίμα των μαρτύρων μας, που χύθηκε ποτάμι απ’ τις σάρκες των βρεφών, των γυναικών και των γερόντων να καταπνίξη τους βρυκόλακες που ξέρασε ο Άδης παίρνοντας μορφές ανθρώπινες. Ξεχύθηκαν στη γη να σκορπίσουν τον όλεθρο. Εκεί στον ματωβαμένο τόπο μας το Δίστομο, στο Γολγοθά των μαρτύρων μας, ας στηθή ο αιώνιος βωμός της λευτεριάς, για να θυμίζη στις γενεές που θάρχωνται της λευτεριάς το τραγούδι.
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη
χαίρ’ ω χαίρε Λευτεριά
Και κοντά – κοντά πιο κει στον αιώνιο αυτό βωμό ας στηθή ένα πελώριο ανάθεμα βαρύ από πανανθρώπινη κατάρα, αιώνια κατάρα, στους Γερμανούς και στις γενιές τους, όσο θα κρατάη η πλάση.
(Εφ. ΑΣΥΡΜΑΤΟΣ, 9/6/1945)
[δημοσιεύτηκε μέσα σε πλαίσιο στην 3η σελ. της εφημερίδας]
Στο μαρτυρικό ΔΙΣΤΟΜΟ

Ένα έτος κλείει σήμερον από της τραγικής εκείνης ημέρας του Ιουνίου 1944, κατά την οποία συνετελέσθη ένα από τα μεγαλύτερα και αγριώτερα Γερμανικά εγκλήματα εις την χώραν μας, ίσως και εις την Ευρώπην ολόκληρον. Ένα ωραίον Ελληνικόν χωριό της Αττικοβοιωτίας, το οποίον είχε δοξασθή κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εξωντώθη, εντός ολίγων ωρών, από τα ανήμερα εκείνα θηρία, τα οποία εφόρουν την Γερμανικήν στολήν και διεξεδίκουν το δικαίωμα να κατακτήσουν τον κόσμον. Με αγριότητα, την οποίαν δεν θα ημπορούσε κανείς να φαντασθή, εφόνευσαν διακόσιους και δεν άφησαν, φεύγοντες, παρά μόνον καπνίζοντα ερείπια και πτώματα. Γυναίκες, γέροντες, παιδιά και βρέφη ακόμη, ήσαν μεταξύ των θυμάτων αυτών της Γερμανικής «κουλτούρ».
Το ολοκαύτωμα του Διστόμου, το οποίον δυστυχώς δεν έγιεν γνωστόν όσο θα έπρεπεν εις τον πολιτισμένον κόσμον, ανήκει εις τας μεγαλειώδεις όσον και τραγικάς δέλτους της Ελληνικής Ιστορίας. Η σημερινή όμως επέτειος, θα έπρεπε να κάμη το Ελληνικόν Κράτος και την Ελληνικήν κοινωνίαν να σκεφθουν αν εξεπλήρωσαν όλας τας υποχρεώσεις των απέναντι του μαρτυρικού Ελληνικού χωρίου, αν εφρόντισαν όσον έπρεπε διά την περίθαλψιν των διασωθέντων και των ορφανών του, αν εμελέτησαν την ανοικοδόμησιν του Διστόμου και των άλλων Ελληνικών χωρίων και κωμοπόλεων, που έπεσαν θύματα της βαρβαρότητος των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων κατακτητών.
(Εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ, 10/6/1945)
ΛΙΛΙΚΑ ΝΑΚΟΥ

Δίστομο, το περήφανο χωριό του πόνου και του μαρτυρίου
Πώς εξωντώθη από τα γερμανικά κτήνη
Σάββατο του σαράντα τέσσερα, ήταν δέκα Ιουνίου!! Ο ήλιος είχε ανεβή ψηλά στον ουρανό. Οι άντρες τραβούσανε να πάνε στα χωράφια, οι γυναίκες και τα παιδιά στα σπίτια. Ποιος από αυτούς τους ανθρώπους θα υπωπτεύονταν ότι μια τέτοια ημέρα γιομάτη αίμα και φρίκη είχε ξημερώσει;
Ό,τι και να περιγράψανε, ό,τι και να μεταδώσανε οι ξένοι σταθμοί για τη σφαγή του Διστόμου, ωχριούν μπροστά στην αφήγηση ενός παλληκαριού που επέζησε…
[…]
Αλλά μου φαίνεται κανένας Έλληνας δεν πρέπει την ημερομηνία αυτή να την λησμονήση. Θα μείνει στο μαρτυρολόγιο του Ελληνισμού και οι φωνές των μικρών παιδιών, των κοριτσιών και όλων εκείνων που εσφάγησαν από τον κατακτητή μέσα μας πρέπει ν’ αντηχούνε. Το μαρτυρικό χωριό, το Δίστομο, πρέπει να μείνη και ως σύμβολο το όνομά του, που να μας θυμίζει το τι τράβηξε ο Ελληνισμός στα 4 χρόνια Κατοχής. Τώρα οι καλαμιές θα σαλεύουνε στον αέρα, πιο μακρυά η θάλασσα θα λάμπη στον ήλιο. Μα η γη όμως, ακόμα είνε βαμμένη και ποτισμένη με αίμα…
Δίστομο! Σήμερα η καμπάνα της Εκκλησιάς σου, πένθιμα θα κτυπά και σε μνημόσυνο καλεί όλους τους Έλληνες και αυτούς ακόμα που είνε μακρυά για να δεηθούνε μια στιγμή γι’ αυτούς όλους, τα παιδάκια, τα κορίτσια, τα γερόντια που σφάγησαν σαν σήμερα στο σαράντα τέσσερα!
(Εφ. ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, 10/6/1945)
ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ

Το χθεσινόν πανελλήνιον μνημόσυνον εις το Δίστομο
Ο τραγικός απολογισμός:
5 βρέφη, 62 έφηβοι, 53 γυναίκες, 30 άνδρες και 75 γέροντες:
σύνολον 225 αθώοι Έλληνες
Χθες εις το Δίστομον, επί τη επετείω των αγρίων σφαγών, ετελέσθη ετήσιον μνημόσυνον υπέρ του Φραγκλίνου Ρούζβελτ και των υπερδιακοσίων θυμάτων της γερμανικής θηριωδίας. Παρέστησαν ο υπουργός των Εσωτερικών κ. Τσάτσος, ο Αμερικανός πρεσβευτής και η κ. Μακ Βη, αντιπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού και άλλοι επίσημοι. Μετά την επιμνημόσυνον δέησιν, ήτις εψάλη εξεφώνησεν εμπνευσμένον λόγον. Επίσης ωμίλησεν ο χοροστατήσας μητροπολίτης και άλλοι επίσημοι. Ακολούθως το συγκεντρωμένον εις την εκκλησίαν πλήθος με επί κεφαλής τους επισήμους μετέβησαν εις το νεκροταφείον όπου κατετέθησαν πολυάριθμοι στέφανοι εις τους τάφους των θυμάτων των Γερμανών.
Οι κάτοικοι του Διστόμου εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης προς τον μεγάλον Αμερικανόν Πρόεδρον μετωνόμασαν την Πλατείαν του Λαού της κωμοπόλεως εις Πλατείαν Φραγκλίνου Ρούζβελτ. Τα θύματα της τραγωδίας του Διστόμου ανέρχονται εις 225, κατανέμονται δε ως εξής: Νήπια ηλικίας 3-6 μηνών: 5. Παιδιά και έφηβοι 1-19 ετών: 62. Γυναίκες ηλικίας 20-45 ετών: 53. Γέροντες, άνδρες και γυναίκες ηλικίας 50-75 ετών: 75. Άνδρες ηλικίας 20-45 ετών: 30.
ΔΙΣΤΟΜΟ (Του απεσταλμένου συνεργάτου μας).
Όσο καλά πληροφορημένος κι αν είνε κανένας επάνω στην τραγωδία του Διστόμου δεν θα μπορέση ποτέ να συλλάβει την έκτασί της αν δεν φτάση στο ίδιο το χωριό και ζήση την ατμόσφαιρά του. Η διήγησις, ο θρύλος, η περιγραφή, το βιβλίο, δεν θα μπορέσουν ποτέ να του δόσουν τις αληθινές διαστάσεις του πόνου και του χαλασμού που έγραψε στο ελληνικό αυτό αετοχώρι του Παρνασσού ο οίστρος της γερμανικής θηριωδίας. Κι αυτό γιατί ανάμεσα στον αφηγητή και στην πραγματικότητα θα μπη μοιραία η σκιά της δυσπιστίας. Τόση αγριότητα ψυχής όση έδειξαν οι Γερμανοί στο Δίστομο, τέτοιο λυσσασμένο όργιο εγκληματικής ακολασίας, ο άνθρωπος που ζη στο 1945 αδύνατο να το νοιώση. Πρέπει να μεταφερθής στους πιο σκοτεινούς χρόνους της ανθρωπίνης βαρβαρότηατς, στους νόμους της ζούγκλας, στα ήθη των ανθρωποφάγων, για να βρης το κλίμα των ανθρωπόμορφων αυτών τεράτων του Χιτλερισμού που δεν είχαν μόνο το απέραντο θράσος να θεωρούν τον εαυτό τους σαν την διαλεχτή φυλή του κόσμου αλλά διαβεβαιώναν την οικουμένη ότι αγωνίζονται για την «ελευθερία» της Ευρώπης! Αυτοί, που έβγαζαν τα βρέφη απ’ την κοιλιά της μάνας τους, που τρυπούσαν με τις λόγχες άλλα επάνω στο μητρικό βυζί και θέριζαν μέσα στα σπίτια τους γυναίκες και παιδάκια και γερόντους που έπεφταν στα πόδια τους ζητώντας έλεος.
Χθες το Δίστομο είχε το μνημόσυνο των νεκρών του. Εφτάσαμε εκεί επάνω με το δέος στην ψυχή, ο υπουργός των Εσωτερικών κ. Τσάτσος, ο πρεσβευτής των Ην. Πολιτειών Μακ-Βη, ανώτεροι διπλωματικοί υπάλληλοι της αμερικανικής πρεσβείας, ο αρχηγός της αποστολής της αμερικανικής υπηρεσίας περιθάλψεως μέλη της Ούνρα και μερικοί άλλοι επίσημοι. Έγινε επίσης μνημόσυνο του Ρούζβελτ που είχε υψώσει πρώτος τη φωνή του για την τραγωδία του Διστόμου κι έδωσε τ’ όνομά του σε κάποια πόλι της Αμερικής με την βοήθεια στα θύματα της θηριωδίας. Κι εδώ πρέπει να πω ότι το ελληνικό κράτος, η κυβέρνησίς μας εχρεωκόπησε πέρα – πέρα την χθεσινήν η μέρα. Αντί να συγκαλέση συναγερμό, να μαζέψη όλους τους ξένους δημοσιογράφους, να στείλη και δύο και τρεις και πέντε υπουργούς να δώση στο μνημόσυνο αυτό την τεράστια σημασία που είχε για τις θυσίες και το μαρτύριο της Ελλάδος, να φέρη όποιον ξένον μπορούσε να αναμεταδώση στα πέρατα του κόσμου τους ματωμένους τίτλους μας, τους ομαδικούς γόους και θρήνους και τα μοιρολόγια των μαυροντυμένων γυναικών και των παιδιών του Διστόμου, να δη η ανθρωπότητα τι σημαίνει αυτό που λέμε «μαρτύριο της Ελλάδος» στην πιο ζωντανή και φρικτή εκδήλωσί του, μετά βίας αγκαζάρισε ένα αυτοκίνητο για τους δημοσιογράφους – επιμονή των ιδίων! – κι έτσι έστειλε τον κ. Τσάτσο να βγάλη ένα λόγο για να τον ακούσωμε εμείς, οι Διστομιώτες και οι πέντε άλλοι άνθρωποι που κατάφεραν να φτάσουν εκεί επάνω.
Τι να γράψω;
Ότι χοροστάτησε ο Λεβαδείας και Θηβών Πολύκαρπος και έψαλλε την επιμνημόσυνο δέηση με 11 παπάδες; Ότι παρέστη ο νομάρχης Βοιωτίας κ. Δούβλαρης και ότι ομάς εθνοφυλάκων και προσκόπων απέδιδαν τιμές; Ότι έβγαλαν λόγους, ο κ. Τσάτσος, ο μητροπολίτης, ο δικηγόρος Λιάσκος και ο Κίνιας. Ότι επωνομάστηκε η «Πλατεία του Λαού» σε πλατεία Ρούζβελτ; Όλα αυτά δεν ξεπέρασαν την αφόρητη τυπικότητα μιας θλιβερής υποχρέωσης του κράτους που νόμιζες πως δεν ήξερε πως θα την βγάλη από πάνω του.
Εκεί στο Δίστομο έγινε χθες κάτι που θάπρεπε να βρεθή τρόπος να το δη και να το ακούση όλη η πολιτισμένη ανθρωπότητα. Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα ούτε άκουσα αυτόν τον ομαδικό σπαραγμό, το μοιρολόι, τον θρήνο, των παιδιών, των κοριτσιών, των γερόντων, των γυναικών:
– Παιδί μου! Γιέ μου!
Σκίζει ο θρήνος της τ’ άλλα μοιρολόγια κι ο πόνος της – κραυγή απόγνωσης, φτεροκοπάει και αντιλαλεί στις πλαγιές του Παρνασσού και κλαίμε όλοι. Η έρμη και πεντάρφανη μάννα – σαν καλαμιά στον κάμπο – κλαίει τον γυιο της τον φαρμακοποιό Γαμβρίλη 41 χρονών, την γυναίκα του Θηρεσία 38 χρονών τα παιδιά τους και εγγόνια της Βασίλη 8 χρονών, Δήμητρα 6 χρονών, Βασιλική 4 χρονών, Ανεστία 1, κι αυτό ακόμα που είχε στην κοιλιά και που σφάξανε όλους μαζί οι Γερμανοί.
Ποιος θ’ ακούση το θρήνο που είνε ο θρήνος της Ελλάδος; Και ποιος θ’ ακούση τον άλλον τον φρικτότερο θρήνο των σπιτιών που δεν ακούγεται πουθενά μέσα σ’ αυτό το σάλαγο του πόνου, γιατί δεν έμεινε κανένας για να κλάψη. Σειρά σπίτια που τα γύρισα με δέος μένουν άδεια και κλειστά με τους νοικοκυραίους και τα παιδιά τους θαμμένα στις αυλές τους! Μπαίνεις μέσα κι είνε μια βουβαμάρα που παγώνει. Είνε μια βαρειά ησυχία νεκροταφείου. Μέσα στα δωμάτια έρμα και κάθε τοίχος, κάθε πράγμα, κάθε πόρτα και παράθυρο νομίζεις κλαίνε. Στην αυλή τρία ή τέσσερα ή πέντε μνήματα. Καμμιά φωνή.
Το μνημόσυνο έγινε κανονικά κι επίσημα. Ακούστηκε ακόμα ως και μουσική (!) για την απόδοσιν των τιμών στους επισήμους που τους ήχους της έπνιγε το ομαδικό μοιρολόγι του χωριού. Κι ήταν κάτι το πρωτάκουστο παράτονο ν’ αντιλαλή ο πόνος και να παλεύη με την επισημότητα. Στέφανα πολλά κατατέθηκαν. Κι εκεί στο νεκροταφείο όπου διαβάστηκε τρισάγιο επάνω στον τάφο του παπά του χωριού Σωτήρη Ζήση που σφάξανε οι Γερμανοί μ’ άλλους οχτώ μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ώρα πολλή δερνόταν οι γυναίκες και οι γέροι και τα παιδιά πάνω στους νιόσκαφτους τάφους των δικών τους.
Η μέρα της θυσίας.
Η προσφορά του αίματος της Ελλάδος στον αγώνα της ανθρωπότητας για την χιλιάκριβη ιδέα της λευτεριάς πέρασε για την ελληνική κυβέρνηση σαν μια συνηθισμένη μέρα ημιαργίας. Το κράτος μας πήγε στην κραυγή αυτή του Εθνικού Πόνου πας στο μνημόσυνο ενός τρίτου ξαδέρφου.

(Εφ. ΤΑ ΝΕΑ 11/6/1945)

topontiki.gr

Ο Γερμανικός "πολιτισμός" – και ο Ελληνικός Πολιτισμός

02/06/2010
Χωρίς μνησικακία!!!
Αλλά απλά, γιατί ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ ποιοι είμαστε & πώς πρέπει να παραμείνουμε
εμείς οι απολίτιστοι  Έλληνες … 
Ο Γερμανικός “πολιτισμός”

Ο επικεφαλής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα, Σουηδός Στούρε Λιννέρ, στο βιβλίο του «Η Οδύσσειά μου» γράφει για το Δίστομο:

“Παντρευτήκαμε στις 14 Ιουνίου. Ο υπεύθυνος της ελληνικής επιτροπής, Έμιλ Σάντστρομ, παρέθεσε γαμήλιο γεύμα προς τιμήν μας. Αργά το βράδυ με πλησίασε και με απομάκρυνε από τα γέλια και τις φωνές, προς μια γωνιά όπου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε οι δυο μας. Μου έδειξε ένα τηλεγράφημα που μόλις είχε λάβει: οι Γερμανοί έσφαζαν για τρεις ημέρες τον πληθυσμό του Διστόμου, στην περιοχή των Δελφών, και στη συνέχεια πυρπόλησαν το χωριό. Πιθανοί επιζώντες είχαν ανάγκη άμεσης βοήθειας. Το Δίστομο ήταν μέσα στα όρια της περιοχής την οποία, την εποχή εκείνη, ήμουν αρμόδιος να τροφοδοτώ με τρόφιμα και φάρμακα. Έδωσα με τη σειρά μου το τηλεγράφημα στην Κλειώ να το διαβάσει, εκείνη έγνεψε κι έτσι αποχωρήσαμε διακριτικά από τη χαρούμενη γιορτή.

Περίπου μα ώρα αργότερα ήμασταν καθ’ οδόν μέσα στη νύχτα. Απαιτήθηκε ανυπόφορα μεγάλο χρονικό διάστημα έως ότου διασχίσουμε τους χαλασμένους δρόμους και τα πολλά μπλόκα για να
φτάσουμε, χαράματα πια, στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στο Δίστομο. Από τις άκρες του δρόμου ανασηκώνονταν γύπες από χαμηλό ύψος, αργά και απρόθυμα, όταν μας άκουγαν που πλησιάζαμε. Σε κάθε δέντρο, κατά μήκος του δρόμου και για εκατοντάδες μέτρα, κρεμόντουσαν ανθρώπινα σώματα, σταθεροποιημένα με ξιφολόγχες, κάποια εκ των οποίων ήταν ακόμη ζωντανά. Ήταν οι κάτοικοι του
χωριού που τιμωρήθηκαν με αυτό τον τρόπο: θεωρήθηκαν ύποπτοι για παροχή βοήθειας στους αντάρτες της περιοχής, οι οποίοι επιτέθηκαν σε δύναμη των Ες-Ες.

Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Μέσα στο χωριό σιγόκαιγε ακόμη φωτιά στα αποκαΐδια των σπιτιών. Στο χώμα κείτονταν διασκορπισμένοι εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, από υπερήλικες έως νεογέννητα. Σε πολλές γυναίκες είχαν σχίσει τη μήτρα με την ξιφολόγχη και αφαιρέσει τα στήθη, άλλες κείτονταν στραγγαλισμένες, με τα εντόσθια τυλιγμένα γύρω από το λαιμό. Φαινόταν σαν να μην είχε επιζήσει κανείς.

Μα να! Ένας παππούς στην άκρη του χωριού! Από θαύμα είχε καταφέρει να γλιτώσει τη σφαγή. Ήταν σοκαρισμένος από τον τρόμο, με άδειο βλέμμα, τα λόγια του πλέον μη κατανοητά. Κατεβήκαμε στη μέση της συμφοράς και φωνάζαμε στα ελληνικά: «Ερυθρός Σταυρός! Ερυθρός Σταυρός! Ήρθαμε να βοηθήσουμε».

Από μακριά μας πλησίασε διστακτικά μια γυναίκα. Μας αφηγήθηκε ότι ένας μικρός αριθμός χωρικών πρόλαβε να διαφύγει προτού ξεκινήσει η επίθεση. Μαζί με εκείνη αρχίσαμε να τους ψάχνουμε. Αφού ξεκινήσαμε οι τρεις μας, διαπιστώσαμε ότι [η γυναίκα] είχε πυροβοληθεί στο χέρι. Τη χειρουργήσαμε αμέσως με χειρουργό την Κλειώ. Ήταν το ταξίδι του μέλιτός μας.”

Και ο Ελληνικός Πολιτισμός

“Λίγο καιρό αργότερα η επαφή μας με το Δίστομο θ’ αποκτούσε και έναν αξιοσημείωτο επίλογο. Όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, δεν πήγαν και τόσο καλά τα πράγματα, αφού μια γερμανική μονάδα κατάφερε να περικυκλωθεί από αντάρτες ακριβώς στην περιοχή του Διστόμου. Σκέφτηκα ότι αυτό ίσως θεωρηθεί από τους Έλληνες ως ευκαιρία για αιματηρή εκδίκηση, πόσο μάλλον που η περιοχή εδώ και καιρό είχε αποκοπεί από κάθε παροχή βοήθειας σε τρόφιμα. Ετοίμασα λοιπόν φορτηγά με τα αναγκαία τρόφιμα, έστειλα μήνυμα στο Δίστομο για την άφιξή μας και έτσι βρεθήκαμε στο δρόμο για εκεί, για άλλη μια φορά, η Κλειώ και εγώ.

Όταν φτάσαμε στα όρια του χωριού, μας συνάντησε μια επιτροπή, με τον παπά στη μέση. Έναν παλαιών αρχών πατριάρχη, με μακριά, κυματιστή, λευκή γενειάδα. Δίπλα του στεκόταν ο αρχηγός των ανταρτών, με πλήρη εξάρτυση. Ο παπάς πήρε το λόγο και μας ευχαρίστησε εκ μέρους όλων που ήρθαμε με τρόφιμα. Μετά πρόσθεσε:

«Εδώ είμαστε όλοι πεινασμένοι, τόσο εμείς οι ίδιοι, όσο και οι Γερμανοί αιχμάλωτοι. Τώρα, εάν εμείς λιμοκτονούμε, είμαστε τουλάχιστον στον τόπο μας. Οι Γερμανοί δεν έχουν χάσει μόνο τον πόλεμο, είναι επιπλέον και μακριά από την πατρίδα τους. Δώστε τους το φαγητό που έχετε μαζί σας, έχουν μακρύ δρόμο μπροστά τους». Σ’ αυτή του τη φράση γύρισε η Κλειώ το βλέμμα της και με κοίταξε.Υποψιαζόμουν τι ήθελε να μου πει με αυτό το βλέμμα, αλλά δεν έβλεπα πλέον καθαρά. Απλά στεκόμουν κι έκλαιγα.”

Από το βιβλίο
“Η Μαύρη Βίβλος της Αντίστασης”
και e-mail φίλου αναγνώστη

Το μεγάλο πλιάτσικο των Γερμανών ναζί και το επικείμενο του ΔΝΤ!

09/05/2010
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΛΙΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο λιμός – το πλιάτσικο και η κατάρρευση της αγοράς
Mark Mazower
 Στην Ελλάδα του Χίτλερ – Η εμπειρία της Κατοχής-
 Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
«Θα ήθελα να κάνω μια παρέκβαση, για να σας ζητήσω να θυμηθείτε πώς μια ευημερούσα και εργατική πόλη, σχεδόν… χωρίς εξωτερικές αλλαγές, έγινε  το κατοικητήριο ορδών από άπορους, λιμοκτονούντες ανθρώπους», έγραφε ο Μπέρτον Μπέρυ, Αμερικανός διπλωμάτης στην Αθήνα. «Φυσικά η απάντηση είναι ο γερμανικός στρατός κατοχής».
Ο στρατός έδειχνε υποσιτισμένος, κουρασμένος, ακόμη και «στα πρόθυρα της λιμοκτονίας», όταν πρωτόφτασε. Παρόλο που η Κατοχή συνεχιζόταν χωρίς ιδιαίτερη βία, οι στρατιώτες έπαιρναν τρόφιμα και επίτασσαν ό,τι ήθελαν. «Οι Γερμανοί ζουν τελευταία με έξοδα της χώρας», έγραψε ένας πληροφοριοδότης που έφυγε τον Ιούλιο. «Δεν έφεραν μαζί τους τρόφιμα για τους άνδρες ούτε και χώρους συσσιτίου. Οι άνδρες απλούστατα έτρωγαν σε εστιατόρια. Οι μονάδες δεν κοιμόνταν σε στρατόπεδα, για να αποφύγουν τους βομβαρδισμούς, αλλά σε σπίτια ιδιωτών. Πολλά απ’ αυτά διαρπάχθηκαν εξ ολοκλήρου». Είχαν αναφερθεί Γερμανοί στρατιώτες που σταματούσαν διαβάτες στην πλατεία Ομονοίας και απαιτούσαν να τους δώσουν τα ρολόγια και τα χρυσαφικά τους. Ένας Έλληνας λιμενικός επέστρεψε στο γραφείο του λίγες εβδομάδες αφότου είχε αρχίσει η Κατοχή και διαπίστωσε πως «δεν έχει μείνει τίποτα στο παλιό μου γραφείο. Οτιδήποτε μπορούσε να χρησιμεύσει στις γερμανικές αρχές, γραφεία, καρέκλες, χρηματοκιβώτια κ.λπ., είχε παρθεί απ’ αυτούς. Τα υπόλοιπα είχαν καταστραφεί ή χρησιμοποιηθεί για καυσόξυλα».
Όταν η Βέρμαχτ μπήκε στην Ελλάδα, μια σειρά από νίκες σε όλη την Ευρώπη είχε δώσει στο στρατό μια αίσθηση ότι ήταν σχεδόν υπεράνθρωπα ακατανίκητοι. Η συμπεριφορά τους άφηνε ένα νεαρό Αμερικανό στην Αθήνα με το στόμα ανοιχτό. Έγραφε πως το ηθικό και η πειθαρχία είχαν αντικατασταθεί από «μια συντεχνιακή συνειδητοποίηση δύναμης που διαπερνά τον γερμανικό στρατό, από τους στρατηγούς ώς τους ιδιώτες. Όλοι τους φαίνονται να έχουν μια μαζική αίσθηση ακάθεκτης δύναμης (με σχεδόν σαδιστικές αποχρώσεις), η οποία πλάθει μια
ψυχολογία που δύσκολα την καταλαβαίνουν οι απέξω».
Ο μουσικολόγος Μίνως Δούνιας ήταν απλώς σοκαρισμένος: «Πού είναι η πατροπαράδοτη γερμανική τιμιότητα; Έζησα δεκατρία χρόνια στη Γερμανία και κανείς δεν με εξαπάτησε. Τώρα ξαφνικά με τη “Νέα Τάξη” έχουν όλοι μετατραπεί σε λωποδύτες. Αδειάζουν τα σπίτια απ’ ό,τι τους χτυπήσει στο μάτι. Στο σπίτι του Πιστολάκη έκοψαν από τα μαξιλάρια τα κεντήματα και αφαίρεσαν τα κρητικά κειμήλια από την πολύτιμη συλλογή του σπιτιού. Από τα φτωχόσπιτα της επαρχίας έκλεψαν τα σεντόνια και τις βελέντζες. Από άλλες κατοικίες άρπαξαν ελαιογραφίες και αφαίρεσαν και αυτά ακόμη τα μετάλλινα πόμολα της πόρτας».
Έντονη κριτική στη Βέρμαχτ γινόταν επίσης και από γερμανικές πηγές. Στις 25 Μαΐου ο πληρεξούσιος Άλτενμπουργκ προειδοποιούσε ανήσυχος το Βερολίνο για την «καταστροφική τροφοδοσία» στην Ελλάδα, και έλεγε πως ο στρατός θα έπρεπε να φέρνει τρόφιμα μάλλον στη χώρα παρά να τα παίρνει έξω. Συμφωνούσε με αυτό και μία έκθεση της Άπβερ, η οποία περιέγραφε μια όχι κολακευτική αντίθεση ανάμεσα στους Βρετανούς που είχαν μοιράσει στοκ τροφίμων προτού αποχωρήσουν στους Ιταλούς, οι οποίοι, απ’ ό,τι φαίνεται, μοίραζαν ζυμαρικά και λάδι, και στη Βέρμαχτ που είχε επιδοθεί στην επίταξη κάθε μεταφορικού μέσου και τροφίμου. «Αφού οι γερμανικές δυνάμεις χρειάστηκε να ζήσουν από την ντόπια παραγωγή κατά τη γρήγορη προέλασή τους μέσα στη χώρα», κατέληγε η έκθεση, «πρέπει να χρησιμοποιήσουν [τα αποθέματά τους] για να αποζημιώσουν τους κατοίκους».
Ωστόσο, παράλληλα με το πλιάτσικο των μεμονωμένων στρατιωτών, οι αξιωματικοί του εφοδιασμού προχωρούσαν σε επιτάξεις πολύ μεγαλύτερων ποσοτήτων αγαθών: 25.000 πορτοκάλια, 4.500 λεμόνια και 100.000 τσιγάρα έφυγαν από τη Χίο μέσα στις τρεις πρώτες εβδομάδες της Κατοχής. Το ατμόπλοιο Pierre Luigi, που σαλπάρισε από τον Πειραιά τον Ιούνιο, κουβαλούσε ένα τυπικό φορτίο – εκατοντάδες μπάλες βαμβακερά προϊόντα, λινάρι και σολόδερμα που είχαν κατασχεθεί από ελληνικές αποθήκες για να σταλούν βόρεια, στην Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ. Οι αξιωματικοί του στρατού κατάσχεσαν επίσης αποθέματα σταφίδας, σύκων, ρυζιού και ελαιόλαδου. Ο Αμερικανός Τζέιμς Σέιφερ, στέλεχος πετρελαϊκής εταιρείας που δούλευε στην Ελλάδα, συνόψισε την κατάσταση ως εξής: «Οι Γερμανοί διαρπάζουν με όλες τους τις δυνάμεις, είτε ανοιχτά είτε εξαναγκάζοντας τους Έλληνες να πουλάνε για χαρτονομίσματα χωρίς αξία που εκδίδονται τοπικά».
Τεκμήριο του υψηλού βαθμού σχεδιασμού που υπήρχε πίσω απ’ αυτά τα μέτρα ήταν ότι επιχειρηματίες, συχνά με πείρα του βαλκανικού χώρου, ήταν αποσπασμένοι στο Οικονομικό Επιτελείο της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ, από εταιρείες όπως η Κρουπς και η Ι. Γκ. Φάρμπεν. Ο Sonderfuhrer X. Χάινε είχε προσπαθήσει να αποκτήσει πρόσβαση στα αποθέματα χρωμίου των Βαλκανίων για λογαριασμό της Κρουπς προτού ξεσπάσουν οι εχθροπραξίες. Με τη στολή της Βέρμαχτ τώρα, μπήκε στα γραφεία των ελληνικών μεταλλευτικών επιχειρήσεων και εξασφάλισε διάφορες μακρόχρονες μισθώσεις σε συμφέρουσες τιμές. Ένας άλλος υπάλληλος της Κρουπς έφτιαξε τα συμβόλαια. «Κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1-10 Μαΐου 1941 στην Αθήνα», ανέφερε με ικανοποίηση, «ολόκληρη η παραγωγή των ελληνικών ορυχείων σε πυρίτη, σιδηρομετάλλευμα, χρωμιούχο μετάλλευμα, νικελώδες μετάλλευμα, μαγνήσιο, μαγγάνιο, βρανίτη και χρυσό είχε κλειστεί για τη Γερμανία σε μακροπρόθεσμη βάση».
Μέλη του Οικονομικού Επιτελείου είχαν αναλάβει τις εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας, τα ναυπηγεία Βασιλειάδη, υφαντουργεία και το πυριτιδοποιείο του Μποδοσάκη. Η Shell αναγκάστηκε να πουλήσει το εργοστάσιό της στην Ελλάδα στους Γερμανούς, αφού την προειδοποίησαν ότι θα το κατηγορούσαν για σαμποτάζ και θα έκαναν κατάσχεση της ιδιοκτησίας του. Αποθέματα καπνού που βρίσκονταν στις αποθήκες της Βόρειας Ελλάδας, δέρματα, βαμβακερά υφάσματα και κουκούλια μετάξι κατασχέθηκαν ή αγοράστηκαν σε προπολεμικές τιμές και στάλθηκαν βόρεια, στο Ράιχ. Ο Γάλλος γενικός διευθυντής των μεταλλείων ασημιού του Λαυρίου ειδοποιήθηκε από τους Γερμανούς να βιαστεί και να υπογράψει νέο συμβόλαιο, προτού αναλάβουν οι Ιταλοί! Έτσι, μέσα στις πρώτες εβδομάδες της Κατοχής, τα κεφάλαια πέρασαν σε γερμανικά χέρια με απίστευτο ρυθμό. «Μετά το τέλος του πολέμου», δήλωνε ένα υπόμνημα του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, «οι Ιταλοί θα αναγκασθούν να αποδεχθούν το γεγονός ότι η νίκη στα Βαλκάνια, που κερδήθηκε με γερμανικό αίμα, θα προσφέρει οικονομικά πλεονεκτήματα στο Ράιχ».
Φυσικά, οι Ιταλοί δεν συμμερίζονταν αυτή την άποψη. Εκπρόσωποι των ιταλικών επιχειρηματικών συμφερόντων στην Ελλάδα, άνθρωποι όπως ο πρώην υπουργός Οικονομικών του Μουσολίνι κόμης Βόλπι, γρήγορα βρέθηκαν καθ’ οδόν προς την Αθήνα. Στις 8 Μαΐου, προτού το ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών στείλει μόνιμο αντιπρόσωπο στην Αθήνα, ο Βόλπι έφτασε με πολλή ακολουθία για να πιέσει τους Έλληνες βιομηχάνους να παζαρέψουν μαζί του παρά με τους Γερμανούς. Την ίδια μέρα, οι συνεργάτες του επισκέφθηκαν την Εθνική Τράπεζα στην Αθήνα και απαίτησαν πακέτα μετοχών σε ελληνικές εταιρείες ηλεκτρισμού. Η επίσκεψή τους συνέπεσε με περαιτέρω απαιτήσεις από τη μεριά του Βάλτερ Ντέρερ, του Οικονομικού Επιτελείου της Βέρμαχτ (και πρώην υπαλλήλου της Rheinmetall-Borsig), για τα μερίδια της Τράπεζας στα μεγάλα βιομηχανικά κοντσέρν.
 
Στα τέλη Μαΐου η κούρσα για το ποιος θα άρπαζε την περιουσία της Ελλάδας είχε αρχίσει σαφώς να τραυματίζει τη συνεργασία του Άξονα και μια ψύχρα είχε εδραιωθεί στις συνεννοήσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ο υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο προειδοποίησε ότι «αυτό το “πλιάτσικο”, το οποίο ορισμένα γερμανικά ιδιωτικά συμφέροντα εφαρμόζουν στις βασικές οικονομικές δραστηριότητες της χώρας που κατακτήσαμε, σίγουρα δεν εναρμονίζεται με τη συνεργασία… την τόσο ζωτική και για τις δύο χώρες, που θα έπρεπε να υπάρχει ανάμεσα στη Ρώμη και το Βερολίνο». Για να αποτραπεί η ακόμα σοβαρότερη επιδείνωση των σχέσεων, οι Γερμανοί χαλάρωσαν λίγο το ρυθμό τους. Γενναιόδωροι, επέτρεψαν σε μια ιταλική εταιρεία να αγοράσει μετοχές στα μεταλλεία νικελίου της Λοκρίδας – με τα οποία, στην πραγματικότητα, είχε αποκλειστικό συμβόλαιο πριν από τον πόλεμο! Οι συνέταιροι του Άξονα χώρισαν μεταξύ τους τα αποθέματα της χώρας σε δέρματα, ενώ το βαμβάκι, η ρητίνη και άλλα αγαθά χρήσιμα στην πολεμική προσπάθεια των Ιταλών στάλθηκαν στην αντίπερα όχθη της Αδριατικής. Η γερμανική γενναιοδωρία όμως είχε τα όριά της. Το Βερολίνο εκώφευσε στις προτάσεις της Ρώμης, ότι μια «ολοκληρωτική λύση» στο ελληνικό πρόβλημα έπρεπε να επεκτείνει τον ιταλικό έλεγχο και στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Οι Γερμανοί είχαν καμπόσους ισχυρούς λόγους να θέλουν να μείνουν στη Θεσσαλονίκη: εκεί κοντά υπήρχαν ορυχεία, τα οποία ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν να καλύψουν ίσαμε το 30% των αναγκών του Ράιχ σε χρώμιο, καθώς και εύφορες κοιλάδες που παρήγαν στάρι, βαμβάκι και καπνό.

 
Η διπλωματία των τροφίμων
 
Για τον Γκίτζι και τον Άλτενμπουργκ, τους πληρεξούσιους του Άξονα, η πολιτική απαλλοτρίωσης του στρατού ήταν προφανώς αντίθετη στα συμφέροντα του Άξονα καθώς και στην ηθική. Η έλλειψη ψωμιού είχε οδηγήσει σε εξεγέρσεις στο Άργος, σε οργισμένες διαδηλώσεις νοικοκυρών σε άλλες πόλεις, και είχαν ξυπνήσει το φάσμα μιας πλήρους κατάρρευσης του νόμου και της τάξης. «Η Ελλάδα ανήκει σήμερα στον ευρωπαϊκό χώρο που ελέγχεται από τη Γερμανία και τις δυνάμεις του Άξονα», τηλεγραφούσε διαμαρτυρόμενος στο Βερολίνο ο Άλτενμπουργκ. «Πρέπει συνεπώς να ενταχθεί στον οικονομικό σχεδιασμό αυτής της περιοχής. Δεν πρέπει να επιτραπεί να πέσει η Ελλάδα σε πολιτικό και στρατιωτικό χάος».
Πράγματι, τον Ιούλιο ο Άλτενμπουργκ κατάφερε να τραβήξει την προσοχή του Χίτλερ στο πρόβλημα. Μόλις όμως ένα μήνα μετά την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, που ήταν το πιο ριψοκίνδυνο παιχνίδι του, ο Φύρερ δεν έδωσε μεγάλη προσοχή σε κάτι που θα πρέπει να το θεωρούσε μάλλον δευτερεύον ζήτημα. Εξέδωσε αόριστες διαταγές ότι έπρεπε να παρέχεται βοήθεια αν αυτό ήταν δυνατόν, τουλάχιστον στις ζώνες που κατείχαν ακόμα οι γερμανικές δυνάμεις. Στο Βερολίνο όμως, το υπουργείο Τροφίμων και Γεωργίας ήταν ενάντια στο να δοθεί οποιαδήποτε βοήθεια στην Ελλάδα. Το υπουργείο Εξωτερικών προσπάθησε να επιχειρηματολογήσει με βάση το ότι οι Ιταλοί στην αρχή είχαν συμφωνήσει να πάρουν την ευθύνη για τον εφοδιασμό της Ελλάδας. Καθώς όμως η Ιταλία δεν είχε δικό της πλεόνασμα και στην πραγματικότητα εξαρτιόταν ολοένα και περισσότερο από τις εισαγωγές τροφίμων από τη Γερμανία, στην ουσία αυτή η στάση καταδίκαζε την Ελλάδα σε λιμοκτονία.
Καθώς τέλειωνε το καλοκαίρι, Ιταλοί και Γερμανοί διπλωμάτες πράγματι έφτιαξαν ένα χρονοδιάγραμμα για τον μηνιαίο εφοδιασμό της Ελλάδας ώς το τέλος του Ιουνίου 1942. Γι’ άλλη μια φορά, όμως, δεν προβλεπόταν να διατεθούν σιτηρά για εξαγωγή από το Ράιχ. Απλώς οι Γερμανοί συμφώνησαν να μεταφέρουν 10.000 τόνους από άλλες κατεχόμενες περιοχές, εφόσον θα έστελναν την ίδια ποσότητα και οι Ιταλοί. Άλλοι 40.000 τόνοι έπρεπε να παραδοθούν τους τελευταίους τρεις μήνες του 1941, 15.000 τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο. Και αυτά τα σιτηρά προβλεπόταν να έρθουν όχι από το ίδιο το Ράιχ, αλλά από τους γείτονες της Ελλάδας. Η Βουλγαρία είχε μαρκαριστεί ως η πιθανότερη πηγή, γιατί δεν τροφοδοτούσε τότε τη Γερμανία. Όμως η Βουλγαρία εξακολουθούσε να είναι ένα ανεξάρτητο κράτος και όχι παραδοσιακά φιλικό προς την Ελλάδα, μερικά από τα βόρεια εδάφη της οποίας απογύμνωνε τότε. Η κυβέρνησή της δεν καθυστέρησε καθόλου να κάνει εντελώς σαφές στο Βερολίνο ότι οι δικές της ανάγκες σε τρόφιμα δεν άφηναν να περισσέψει τίποτε για την Ελλάδα.
Καθώς έμπαινε ο Οκτώβριος, το Βερολίνο είχε χάσει προφανώς το ενδιαφέρον του για το πρόβλημα επισιτισμού της Ελλάδας. Κατά τα στελέχη του υπουργείου τροφίμων, δεν μπορούσαν να σταλούν σιτηρά στην Ελλάδα χωρίς να μπει σε κίνδυνο η τροφοδοσία της ίδιας της Γερμανίας. Ο Ρίμπεντροπ στο υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι δεν υπήρχαν πιεστικοί λόγοι εξωτερικής πολιτικής που να κάνουν το Ράιχ να νοιαστεί για την Ελλάδα με δικά του έξοδα. Από το δε υπουργείο του Τετράχρονου Πλάνου του στρατάρχη Γκαίρινγκ ήρθε η χαριστική βολή: αν ήταν να σταλούν τρόφιμα σε κάποιο μέρος της κατεχόμενης Ευρώπης, θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και στη Νορβηγία εις βάρος της Ελλάδας. Στον κατάλογο ιεράρχησης των Ναζί η Ελλάδα ερχόταν σχεδόν τελευταία. Στο μεταξύ η ανώτατη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων ανάγγειλε πως η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Αθήνας είχε σοβαρές ζημιές. Αυτό σήμαινε ότι τα τραίνα καθυστερούσαν πολύ και δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά σιτηρών στο Νότο.
Η καταγραφή της ποσότητας τροφίμων που έστειλαν τελικά οι δυνάμεις του Άξονα εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα δείχνει καθαρά την αδιαφορία του Βερολίνου για το τι συνέβαινε. Την περίοδο από 15 Αυγούστου έως 30 Σεπτεμβρίου οι Ιταλοί έστειλαν 9.300 τόνους σιτηρών, τους περισσότερους στα Ιόνια νησιά, στην Ήπειρο και στις Κυκλάδες. Το νούμερο αυτό δεν υπολειπόταν πολύ από τους 10.000 τόνους που είχαν υποσχεθεί ότι θα έστελναν. Οι Γερμανοί ωστόσο έστειλαν μονάχα 5.017 τόνους, προτού ειδοποιήσουν κοφτά τη Ρώμη ότι «στο μέλλον η ιταλική κυβέρνηση πρέπει να πάρει την ευθύνη για τον εφοδιασμό της Ελλάδας, αφού η Ελλάδα ανήκει στη σφαίρα επιρροής της Ιταλίας». Οι Ιταλοί έμειναν άναυδοι. Απάντησαν ότι αυτοί είχαν εκπληρώσει το δικό τους μερίδιο στη συμφωνία, στέλνοντας σιτηρά στο Ιόνιο και στην Ήπειρο· η Αθήνα όμως και ο Πειραιάς ανήκαν στη γερμανική ζώνη. Επισήμαναν ότι, παρόλο που η Βέρμαχτ είχε υποσχεθεί να αποδεσμεύσει όλα τα αποθέματα που είχε κατασχέσει μετά την 1η Σεπτεμβρίου, δεν το είχε κάνει. Στα μέσα Νοεμβρίου, καθώς πλησίαζε ο χειμώνας, ένας ολοένα πιο απελπισμένος πληρεξούσιος Γκίτζι παρατηρούσε με πίκρα ότι η Γερμανία δεν μπορούσε να συνεχίζει να είναι «εκμεταλλεύτρια» της ελληνικής οικονομίας. Αν ήταν να γίνει η Ιταλία υπεύθυνη για τη συνολική τροφοδοσία της χώρας, τότε έπρεπε να έχει τον έλεγχο σε όλα τα σημεία της διοίκησης, να διορίζει συμβούλους στα ελληνικά υπουργεία και να συγκροτήσει μια κυβέρνηση ικανή να πάρει τα δραστικά και επείγοντα μέτρα που απαιτούνταν εκείνη τη στιγμή.
Έτσι με το πρόβλημα των τροφίμων τέθηκε το ζήτημα, ποιος έκανε τελικά κουμάντο στην Ελλάδα. Όπως ήταν τα πράγματα, οι Γερμανοί έπαιρναν αγαθά έξω από τη χώρα και δεν έβαζαν μέσα τίποτα. Όταν τέθηκε το ζήτημα να σταλούν τρόφιμα στη χώρα, οι Γερμανοί άφησαν τη φροντίδα στους Ιταλούς. Όπως παρατήρησε ο Γκίτζι, επρόκειτο για μια κατάσταση που έδινε στους Γερμανούς τα ευεργετήματα αλλά καμιά από τις ευθύνες της νίκης. «Οι Γερμανοί πήραν από τους Έλληνες ακόμα και τα κορδόνια τους», παραπονιόταν ο Μουσολίνι στον Τσιάνο, «και τώρα θέλουν να ρίξουν σ’ εμάς το φταίξιμο για την οικονομική κατάσταση».
Η διαπίστωση του Μουσολίνι θα ήταν πολύ πιο βαρύνουσα, αν δεν προερχόταν από τον έναν και μοναδικό άνθρωπο, του οποίου οι παρορμητικές ενέργειες είχαν οδηγήσει κατ’ αρχάς τον Άξονα στην Ελλάδα. Η ανησυχία του όμως ήταν δικαιολογημένη. Το Ράιχ είχε πάρει τη μερίδα του λέοντος από τη λεία κι έδινε πίσω λιγότερα από τους Ιταλούς. Αυτή ήταν η λογική συνέπεια της πολιτικής που στόχευε στο να χρησιμοποιηθούν οι πόροι της κατεχόμενης Ευρώπης για να προφυλαχθεί η Κυρίαρχη Φυλή από τις στερήσεις του πολέμου. Το χειμώνα του 1941-42, ενώ στην Ελλάδα χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα, το επίπεδο της κατανάλωσης τροφίμων στο Ράιχ παρέμεινε ουσιαστικά το ίδιο όπως ήταν και πριν από τον πόλεμο.
egolpion.com